ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ 28ης ΜΑΡΤΙΟΥ 2009

1. Η Κομμουνιστική Ανανέωση έχει εδώ και 3 χρόνια κάνει τη διαπίστωση ότι η τάση του κεφαλαίου να αναζητά συνεχώς όχι απλά μεγαλύτερα κέρδη αλλά συνεχώς υψηλότερα ποσοστά κέρδους για να αναπαραχθεί έγινε η κύρια συνειδητή επιδίωξη του και υποβοηθήθηκε από την μεταρρύθμιση του κράτους μετά τις ιστορικές αλλαγές του 1989-1992 και την δραματική επιδείνωση των όρων της ταξικής πάλης εις βάρος των εργαζομένων. Χαρακτηριστικό της μεταρρύθμισης του κράτους ήταν η καταστροφή των μεταπολεμικών εξισορροπητικών του λειτουργιών («κοινωνικό κράτος»), η απόλυτη εξάρτηση του από το κεφάλαιο και η χρησιμοποίηση του ως βασικού ρυθμιστικού πολιτικού εργαλείου (νεοφιλελευθερισμός) για την στήριξη των προτεραιοτήτων του κεφαλαίου. Η λεηλασία των χωρών της ανατολικής Ευρώπης μετά το 1989 έδωσε μόνο μια μικρή ανάσα στον παγκόσμιο καπιταλισμό και ήδη από τα τέλη του 20ΟΥ αιώνα η δομική κρίση του καπιταλισμού εκφραζόταν με έντονο τρόπο. Η διάλυση της ΕΣΣΔ και των λαϊκών δημοκρατιών, η υποχώρηση του εργατικού κινήματος, έδωσε για μια 20ετία τη δυνατότητα στο κεφάλαιο να προωθήσει:

– Τα προγράμματα της ασύδοτης αποκρατικοποίησης-ιδιωτικοποίησης παραγωγικών μονάδων και υπηρεσιών.
– Την πλήρη απελευθέρωση της κίνησης κεφαλαίων και μάλιστα με τέτοιο τρόπο ώστε η διακρατική τους κίνηση συχνά να επιδοτείται από τις κυβερνήσεις είτε άμεσα είτε έμμεσα (μέσω της πτώσης των φορολογικών συντελεστών των μετοχικών εταιρειών).
– Την απελευθέρωση της κίνησης εμπορευμάτων.
– Την προώθηση της ιδιωτικής παιδείας, υγείας και ασφάλισης, γενικότερα των δημόσιων αγαθών με αποτέλεσμα την μετακύλιση του κόστους στην πλάτη των εργαζόμενων προς όφελος και των ιδιωτικών επιχειρήσεων αλλά και του κράτους.
– Την ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας, με την προώθηση προγραμμάτων μερικής απασχόλησης και διαφόρων άλλων «ευέλικτων» μορφών εργασιακών σχέσεων, την ενοικίαση εργαζόμενων, την διάλυση των ελεγκτικών μηχανισμών του κράτους.
– Την εκτεταμένη μείωση για το κεφάλαιο του εργατικού και ασφαλιστικού κόστους με την πλήρη αποσύνδεση των μισθών από την αύξηση της παραγωγικότητας, με σχέσεις μισθωτής εργασίας χωρίς ασφαλιστική κάλυψη, με μείωση του μισθού των εργαζόμενων μέσω της μείωσης των εργοδοτικών εισφορών, με την επίθεση στο θεσμό των συλλογικών συμβάσεων εργασίας όπου υπήρχαν (κυρίως στη Δυτική Ευρώπη).
– Την κλοπή των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων, κεφαλαίων που για τους κερδοσκόπους είναι αδιανόητο να μένουν εκτός της χρηματιστηριακής κερδοσκοπίας, και για το μπλοκ εξουσίας είναι απαραίτητα για να αυξάνεται η ρευστότητα και να απογειώνονται τα κέρδη του κεφαλαίου.

2. Μέσα από αυτή τη διαδικασία εδραιώθηκε παραπέρα η κυριαρχία του κορυφαίου τομέα του διεθνούς κεφαλαίου, του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου που οδήγησε στην επιδείνωση του βασικού προβλήματος του καπιταλισμού από το 1973 και μετά: σε υψηλά ποσοστά κέρδους με ταυτόχρονα χαμηλά επίπεδα συσσώρευσης πραγματικού (παραγωγικού) κεφαλαίου. Στην πορεία η δυνατότητα υψηλού ποσοστού κέρδους από τα χρηματοπιστωτικά παιχνίδια κατέστησε όλο και πιο ασύμφορη την παραγωγική χρήση των κεφαλαίων. Επειδή όμως καινούργια αξία παράγει μόνο η ανθρώπινη εργασία, η αύξηση των κερδών γινόταν όλο και δυσκολότερη. Αυτό οδήγησε το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο σε όλο και πιο επικίνδυνα κερδοσκοπικά παιχνίδια, στην δημιουργία χρηματιστικών «προϊόντων» που βασίζονταν σε απίθανα σενάρια αύξησης των κερδών, στην εκρηκτική αύξηση των τιμών του πετρελαίου αλλά και των αγροτικών προϊόντων. Αυτή η απογείωση της κερδοσκοπίας οδήγησε στην πείνα (και στην Αφρική στο θάνατο) εκατομμύρια ανθρώπους μέσα σε 1-2 χρόνια, επέφερε όλο και μεγαλύτερη καταστροφή. Η δοκιμασμένη συνταγή της καταφυγής και στην αγορά γης δεν μπορούσε να δώσει λύση. Ο φαύλος κύκλος που δημιουργήθηκε τέλειωσε με δραματικό τρόπο, με την εκτόξευση των πεινασμένων της γης στο 1 δις. ανθρώπων, με την εξαθλίωση χιλιάδων νοικοκυριών στην καρδιά του ανεπτυγμένου καπιταλισμού, τελικά με την κατάρρευση των τιμών γης στις ΗΠΑ και μαζί τους την κατάρρευση του οικοδομήματος. Η σημερινή κρίση, είναι κρίση της «πραγματικής οικονομίας» που συνετρίβη κάτω από την κυριαρχία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου.

3. Τα κυβερνητικά σχέδια διάσωσης στις ΗΠΑ και την ΕΕ, προσπαθούν κατ΄ αρχήν να σώσουν το τραπεζικό σύστημα κοινωνικοποιώντας τις ζημιές, χωρίς να πειράζουν στο ελάχιστο τον τρόπο λειτουργίας τους. Οι κυβερνήσεις δεν κάνουν τίποτα για να σταματήσουν την απότομη αύξηση των επιτοκίων των εμπορικών τραπεζών προς τις επιχειρήσεις και τους ιδιώτες ενώ μειώνουν τα επιτόκια δανεισμού προς τις τράπεζες και εγγυώνται πλήρως (με τους πόρους της κοινωνίας) τις διατραπεζικές συναλλαγές. Η όλη δομή του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος και ο τρόπος λειτουργίας του όχι μόνο μένουν αλώβητα αλλά και επιβεβαιώνονται ανοιχτά από την πολιτική ηγεσία ως η κινητήρια δύναμη του καπιταλισμού. Ιδιαίτερα στην ΕΕ η επιλογή των πολιτικών ηγεσιών είναι η παραπέρα μείωση των δημόσιων δαπανών, δηλαδή του κοινωνικού κράτους, η συνέχιση των λειτουργιών του μόνο με χρήματα των ίδιων των εργαζόμενων που ονομάζονται πια «τελικοί χρήστες» και η επιβάρυνση των κρατικών προϋπολογισμών με δυσβάστακτα χρέη που χρηματοδοτούν το τραπεζικό σύστημα. Αυτή είναι η τέλεια συνταγή όχι για να σωθεί η «πραγματική» οικονομία και να ανασάνει η κοινωνία αλλά για να ενταθούν οι προαναφερθείσες πολιτικές ώστε να σωθούν οι τράπεζες χωρίς ο παγκόσμιος καπιταλισμός να γλυτώνει σίγουρα από την κατάρρευση.

4. Αυτή η εξέλιξη πρακτικά συντρίβει την εργαζόμενη κοινωνία, την εργατική τάξη, τους μικρομεσαίους, τους εργαζόμενους αγρότες και τους αυτοαπασχολούμενους. Το κλείσιμο εργοστασίων, η μειωμένες ημέρες εργασίας, το πάγωμα και μείωση μισθών, η αύξηση του εργασιακού και κοινωνικού αυταρχισμού, η ενεργοποίηση της οδηγίας Μπολγκενστάϊν, η χρησιμοποίηση των απειλούμενων μικροεπιχειρηματιών ως Δούρειου Ίππου, δείχνουν ότι η κυρίαρχη τάξη, σε απόλυτη αρμονία με τις πολιτικές ηγεσίες της δεξιάς και της σοσιαλδημοκρατίας έχουν ξεκινήσει την προσπάθεια για την οριστική κατάργηση και του παραμικρού εργατικού και κοινωνικού δικαιώματος.

5. Στην Ελλάδα οι έντονες αναδιαρθρώσεις ξεκίνησαν από την περιβόητη Οικουμενική Κυβέρνηση στα τέλη του 1989 και συνεχίστηκαν από τις κυβερνήσεις Μητσοτάκη, ΠΑΣΟΚ και Καραμανλή. Η ύπαρξη μειοψηφικών αλλά ισχυρών και οργανωμένων ταξικών δυνάμεων στα συνδικάτα και τα όρια που προσπαθούσαν κατά καιρούς να βάλουν οι συναινετικές σοσιαλδημοκρατικές ηγεσίες των συνδικάτων (κυρίως απέναντι στις δεξιές κυβερνήσεις) είναι γεγονός ότι μείωσαν κάπως τις συνέπειες για την εργατική τάξη στην Ελλάδα σε σύγκριση με άλλες χώρες. Οι κατά καιρούς αποσπασματικές αλλά μαζικές και επίμονες αντιδράσεις της εργατικής τάξης (λιμενεργάτες, εργαζόμενοι ΟΤΑ, τραπεζικοί) της αγροτιάς και της νεολαίας αλλά και οι πανεργατικές αντιδράσεις στις συνεχείς επιθέσεις ενάντια στην κοινωνική ασφάλιση δυσκολεύουν τον σχεδιασμό της αστικής τάξης. Αυτό αποδεικνύει κι ότι η συνειδητή ταξική αντιπαράθεση είναι αποτελεσματική. Αυτό είχε σαν συνέπεια οι κυβερνήσεις να επικαλούνται όλο και περισσότερο την πίεση της Ευρωπαϊκής Ένωσης για να δικαιολογήσουν τις πολιτικές τους επιλογές. Αυτό σταδιακά, απονομιμοποίησε κοινωνικά το νεοφιλελεύθερο σχεδιασμό και σε συνδυασμό με τις συντριπτικές επιπτώσεις του Ευρώ στο εργατικό εισόδημα μείωσε δραματικά την αποδοχή της ΕΕ ως παράγοντα βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου.

6. Με το πρόσχημα της κρίσης η αστική τάξη προσπαθεί στην Ελλάδα να πάρει την οριστική ρεβάνς, συντρίβοντας την εργατική τάξη και τις ταξικές πολιτικές δυνάμεις. Περικοπές μισθών και επιδομάτων, σχέδια για 3-4 ημέρες εργασίας, διαθεσιμότητες, μαζικές απολύσεις, έκρηξη της ανασφάλιστης εργασίας, αυτή είναι η καθημερινότητα των εργαζόμενων που συνδυάζεται με μια ανελέητη επίθεση εναντίον των οικονομικών μεταναστών. Η δολοφονική απόπειρα κατά της Κούνεβα είναι χαρακτηριστική όπως και το ξεδιάντροπο επιχείρημα περί αυτοστραγγαλισμού !!! ενός άτυχου εργαζόμενου μετανάστη μέσα σε κρατητήριο. Το μήνυμα είναι σαφές. Όποιος από την εργατική τάξη δεν υποταχτεί και εξοντωθεί οικονομικά, θα εξοντωθεί βιολογικά. Το πάγωμα των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων είναι το φυσιολογικό επακόλουθο αυτής της πολιτικής. Η ταξική πάλη οξύνεται και αντικειμενικά θα οξύνεται όλο και περισσότερο. Οι κατασταλτικοί μηχανισμοί είναι πανέτοιμοι, σε συνεργασία με την πολιτική και δικαστική εξουσία, να την αντιμετωπίσουν με τον πιο σκληρό τρόπο.

7. Στο πολιτικό επίπεδο, το κεφάλαιο επιθυμεί να μην υπάρχουν κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που θα μπορέσουν να υποβοηθήσουν τα κοινωνικά κινήματα να μετατρέπουν τα αιτήματα τους σε πολιτικά αιτήματα και την δράση τους σε πολιτική δράση. Επιμένουμε ότι σε αυτή την κατεύθυνση, πέρα από τις γνωστές τακτικές αποκλεισμού και δυσφήμησης από τα ΜΜΕ των εργατικών ταξικών απόψεων, το κεφάλαιο και οι πολιτικοί εκφραστές του επιδιώκουν:

* Τη μετατροπή των εργατικών συνδικάτων σε Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις υποταγμένες στη λογική του κοινωνικού εταιρισμού. Οι εξελίξεις στην στάση της ΓΣΕΕ κυρίως αλλά και της ΑΔΕΔΥ είναι σε αυτή την κατεύθυνση.
* Την αναδιάταξη των εκτός δικομματισμού πολιτικών δυνάμεων στην κατεύθυνση της αποκομμουνιστικοποίησης τους.
* Την μετατροπή των εργατικών και φιλεργατικών πολιτικών δυνάμεων κυρίως σε εκλογικούς μηχανισμούς, με βασικό χαρακτηριστικό τους την ενασχόληση με τις διάφορες αστικές εκλογές και την εμπλοκή τους στις γραφειοκρατικές διαδικασίες του τοπικού ή κεντρικού κράτους όπου (με τη βοήθεια των αντιδημοκρατικών εκλογικών συστημάτων) αποτελούν μικρή μειοψηφία.

8. Η αριστερά, σε αυτές τις συνθήκες δεν μπορεί να προβάλλει μια επεξεργασμένη πολιτική πρόταση. Αδυνατεί να εκφράσει τα εργατικά και λαϊκά αιτήματα, να αποκαλύψει τα αδιέξοδα της νεοφιλελεύθερης πολιτικής που επιβάλλεται από τις κυρίαρχες δυνάμεις στην Ελλάδα και στην ΕΕ. Βασική αναγκαιότητα και κριτήριο προσανατολισμού μιας αριστερής δύναμης σήμερα είναι :

Πρώτο, η άμεση πρακτική συμβολή της στην δημοκρατική κοινωνικοπολιτική οργάνωση και ανασυγκρότηση της εργατικής τάξης.
Δεύτερο, ο ρόλος της στην ανάπτυξη του εργατικού και λαϊκού κινήματος ως κυρίαρχου πολιτικού υποκειμένου με απόλυτο σεβασμό στην αυτονομία του.
Τρίτο, η σχέση της με την ανάδειξη των πιο άμεσων ζωτικών αιτημάτων της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζομένων σε πρωτεύον πεδίο αναφοράς της πολιτικής γενικά και η σύνδεση τους με την σοσιαλιστική- κομμουνιστική προοπτική του ελληνικής κοινωνίας.

9. Στις σημερινές συνθήκες είναι αδύνατο για μια πολιτική δύναμη να αγωνίζεται αληθινά για την ουσιαστική βελτίωση των όρων ζωής και δουλειάς των εργαζομένων, για την αναπτυξιακή ανασυγκρότηση μιας χώρας σαν την Ελλάδα προς όφελος του λαού της και ταυτόχρονα να αποδέχεται το οικοδόμημα της ΕΕ. Η «προοπτική της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης» υπό την απόλυτη ηγεμονία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και των διεθνικών επιχειρήσεων δεν αποτελεί, ειδικά σήμερα, απλά μια αυταπάτη, αλλά ένα από τους μοχλούς μαζικής εκποίησης της δημοκρατίας γενικά, των ιστορικών κοινωνικών κατακτήσεων και των εργασιακών δικαιωμάτων των λαών της Ευρώπης. Ο ΣΥΝ μετά τη συγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ έδειχνε μια σχετική αποστασιοποίηση από αυτή την «προοπτική», την τελευταία όμως περίοδο ενισχύεται η τάση μέσα στο ΣΥΝ που επιδιώκει την επιστροφή του στο ρόλο μιας πολιτικής δύναμης πλήρως ενσωματωμένης στην ΕΕ. Η «αριστερή στροφή» του ΣΥΝ δείχνει μετέωρη και το πρόγραμμα του θυμίζει όλο και περισσότερο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα που στηρίζεται σε εσωκομματικές ισορροπίες που καθηλώνουν την προοπτική ριζοσπαστικοποίησης του. Σε μια τέτοια ισορροπία, μοναδική πολιτική διαφυγή με την συγκυρία και των Ευρωεκλογών, φαίνεται να αποτελεί ο κυρίαρχος ρόλος του ΣΥΝ στο Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς. Αυτό μακροπρόθεσμα -με δεδομένη την αντίληψη και το πρόγραμμα του ΚΕΑ- θα εντείνει τις διαλυτικές τάσεις τόσο του ΣΥΝ όσο και του ΣΥΡΙΖΑ, με δεδομένο ότι υπάρχουν τάσεις και μέσα στο ΣΥΝ που αντιμετωπίζουν με έντονο σκεπτικισμό την ΕΕ και επιδιώκουν την εμβάθυνση του εγχειρήματος του ΣΥΡΙΖΑ. Σε κάθε περίπτωση, και με δεδομένη τη διαφορά μεγέθους του ΣΥΝ με τις άλλες πολιτικές δυνάμεις αυτού του μετώπου, ο ΣΥΡΙΖΑ εγκλωβίζει σήμερα ένα ριζοσπαστικό ταξικό δυναμικό σε έναν “κινηματισμό”, που αρκείται στην αντίθεση σε επί μέρους πλευρές της ασκούμενης πολιτικής, χωρίς να αντιπαρατίθεται στην ουσία της.

10. Το ΚΚΕ παρά το γεγονός ότι είναι μια κοινοβουλευτική αντιιμπεριαλιστική δύναμη που ταυτόχρονα μπορεί να κινητοποιεί με μαζικούς όρους ένα ευρύ φάσμα αγωνιστών, μέσα από την εκτίμηση ότι στα πλαίσια του καπιταλισμού δεν είναι δυνατή καμία σοβαρή κατάκτηση των εργαζομένων, διολισθαίνει σε μια υποχώρηση από κρίσιμα μέτωπα της ταξικής πάλης. Έτσι η πολιτική του επικεντρώνεται στην καταγγελία του κεφαλαίου στο όνομα μιας “λαϊκής οικονομίας και εξουσίας” μεταθέτοντας για κάποια απροσδιόριστη περίοδο τις απαντήσεις για αρκετά κρίσιμα ζητήματα και κυρίως την αναζήτηση μιας ριζικά διαφορετικής διεξόδου από την κρίση σήμερα κι όχι στο απώτερο μέλλον. Έτσι σε όλη την προηγούμενη περίοδο σε κρίσιμους εργατικούς, νεολαιίστικους και άλλους αγώνες της τελευταίας περιόδου δεν έπαιξε κανένα σοβαρό ρόλο. Τα τελευταία χρόνια χαρακτηριστική είναι η υποχώρηση του από την πολιτική του μετώπου ενώ δεν έχει ξεκάθαρες θέσεις για το τι πρέπει να γίνει σήμερα ώστε να ωριμάσουν οι συνθήκες για την διεύρυνση της δυνατότητας, του εργατικού κινήματος και της πολιτικής αριστεράς, για την κατάληψη της εξουσίας. Τα ερωτήματα, με ποια διαδικασία μπορεί πράγματι να συγκροτηθεί ένα μέτωπο ενάντια στον καπιταλισμό; Τι θα κάνει αυτό το μέτωπο όταν αναλάβει την εξουσία; δεν απασχόλησαν καθόλου το τελευταίο του συνέδριο. Όσο ο πολιτικός του λόγος θα παραμένει ο τετριμμένος, γενικός καταγγελτικός λόγος και η πολιτική του παρουσία θα εξαντλείται στο δόγμα «5 κόμματα 2 πολιτικές» τίποτα δεν μπορεί να φοβίζει την αστική τάξη μια και η ύπαρξη, στις οργανώσεις του, ενός σημαντικού μάχιμου συνδικαλιστικού και διεκδικητικού δυναμικού στο εργατικό, αγροτικό, φιλειρηνικό, αυτοδιοικητικό, νεολαιίστικο κίνημα, δεν θα συμβάλλει, στην τόσο αναγκαία ανασυγκρότηση του οργανωμένου κινήματος της εργατικής τάξης και στην προώθηση της πολιτικής του Μετώπου.

11. Ο σημαντικός ρόλος της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς στο εκπαιδευτικό, νεολαιίστικο και φοιτητικό κίνημα της τελευταίας περιόδου σε συνδυασμό με την καλή εκλογική παρουσία κάποιων ριζοσπαστικών σχημάτων της στις δημοτικές εκλογές του 2006 και τις σημαντικές παρεμβάσεις στο μέτωπο του δημόσιου χώρου και της διαχείρισης του, δείχνει ότι ένα κομμάτι της κοινωνίας που αντιστέκεται, δεν ικανοποιείται από τις κυρίαρχες δυνάμεις της αριστεράς. Αυτό όμως δεν αναιρεί τις αδυναμίες των οργανώσεων της δηλαδή την εμμονή τους σε συνθήματα που επικεντρώνονται στο «αντί-» και όχι στην θετική προοπτική, τη λογική σύγκρουσης με τις άλλες δυνάμεις της αριστεράς, τον επηρεασμό της από αστικά και μικροαστικά ιδεολογήματα που εμποδίζουν την «αντικαπιταλιστική» αριστερά να διαμορφώσει μια πραγματική εργατική επαναστατική πολιτική, και κυρίως να συνδεθεί με την εργατική τάξη διαμορφώνοντας μια πλατιά πολιτική μετώπου και με τις δυνάμεις της υπόλοιπης αριστεράς που αντιστέκεται.

12. Η Κομμουνιστική Ανανέωση παρακολουθεί από κοντά τις διεργασίες που γίνονται στην κατεύθυνση της ενότητας μιας σειράς οργανώσεων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς που κατέληξε στην δημιουργία του σχήματος «Αντικαπιταλιστική Αριστερή Συνεργασία για την Ανατροπή». Στο δοσμένο τοπίο της αριστεράς, και με δεδομένη την κοινή μας δράση με τις δυνάμεις του σχήματος τα τελευταία χρόνια, θέση της οργάνωσης είναι πως μπορεί να συμμετέχει ενεργά στο εγχείρημα με τις εξής προϋποθέσεις:

Το μέτωπο που θα δημιουργηθεί να μην εξαντλείται στην εκλογική κάθοδο αλλά να έχει μακροπρόθεσμη προοπτική στη λογική ότι μπορεί να αποτελέσει πρόπλασμα για το Μέτωπο Πολιτικών και Κοινωνικών Δυνάμεων που είναι ο στρατηγικός μας στόχος.
Μια συγκεκριμένη, σαφής και δημοκρατική οργανωτική δομή είναι απαραίτητη � τουλάχιστον στο επίπεδο ενός κεντρικού συντονιστικού οργάνου όπου θα εκφράζονται όλες οι συνιστώσες και θα παίρνονται αποφάσεις.
Να συνδέεται ο τίτλος και τα σύμβολα του σχήματος- μετώπου με την ουσία του περιεχομένου της διακήρυξης και την κομμουνιστική προοπτική.
Να είναι σαφώς εκφρασμένο από το μέτωπο αυτό ότι επιδιώκει να ενώσει το σύνολο της αριστεράς (ή έστω της αντικαπιταλιστικής αριστεράς) και όχι να αποτελέσει ένα κλειστό πόλο με ανταγωνιστική διάθεση απέναντι στην υπόλοιπη αριστερά.
Εχθρός μας είναι η αστική πολιτική και οι πολιτικές δυνάμεις που υπηρετούν το κεφάλαιο. Καθήκον του μετώπου είναι να θωρακίσει το φυσικό εχθρό του κεφαλαίου, την εργατική τάξη, με τα θεωρητικά και πρακτικά εργαλεία που θα την ωθήσουν να παίξει τον πολιτικό ρόλο που της αρμόζει.
Είναι άμεση ανάγκη η εκπόνηση ενός Ριζοσπαστικού Προγράμματος που θα συνδέει τα άμεσα αιτήματα της εργατικής τάξης με τον αγώνα για Εργατική Εξουσία, για το Σοσιαλισμό. Ένα Ριζοσπαστικό Πρόγραμμα που θα εκφράζει τις οικονομικές, κοινωνικές, πολιτιστικές ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας σήμερα. Η κοινωνία αναζητά εναγωνίως ένα τέτοιο πρόγραμμα και μια δημοκρατική διαδικασία εκπόνησης του.

Εμμένουμε στην εκτίμηση μας ότι οι εργαζόμενες τάξεις της πόλης και της υπαίθρου έχουν σήμερα τη δυνατότητα να εκπονήσουν ένα τέτοιο πρόγραμμα και να επιχειρήσουν να παλέψουν για την εφαρμογή του κι ότι η ανοιχτή, ενεργή, δημοκρατική συμμετοχή της στην εκπόνηση του προγράμματος δεν είναι απλά ένα διαδικαστικό, οργανωτικό ζήτημα αλλά το κρίσιμο σημείο για την πολιτική ανασυγκρότηση της εργατικής τάξης και παραπέρα της αυθεντικής έκφρασης των αναγκών της Ελληνικής κοινωνίας και των προτάσεων για την υλοποίησή της. Η δική μας συμβολή είναι η πρόταση για το Ριζοσπαστικό Πρόγραμμα όπως έχει διαμορφωθεί από τα συλλογικά όργανα της Κομμουνιστικής Ανανέωσης και συνοψίζεται στα επόμενα σημεία:

1. Κατοχύρωση και διεύρυνση της λαϊκής και εθνικής κυριαρχίας. Εξέταση όλων των συμφωνιών, διμερών και πολυμερών, και κατάργηση αυτών που βλάπτουν τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και του συνόλου των κατοίκων της χώρας μας. Η εκχώρηση κυριαρχίας σε αντιδημοκρατικούς διεθνείς μηχανισμούς που εξυπηρετούν το κεφάλαιο πρέπει να σταματήσει άμεσα.
2. Εθνικοποίηση στρατηγικών κλάδων της οικονομίας. Η ενέργεια, οι τηλεπικοινωνίες, οι μεταφορές, το σύνολο του χρηματοπιστωτικού συστήματος, το σύνολο του κλάδου υγείας, η φαρμακοβιομηχανία πρέπει να περάσουν αποκλειστικά στα χέρια της εργατικής τάξης. Μόνο έτσι μπορεί να υπάρξει ο απαραίτητος κεντρικός σχεδιασμός που, με τον καθημερινό έλεγχο των εργαζόμενων, θα βγάλει τη χώρα από την κρίση.
3. Διατήρηση των ακτών, δασών, ορεινών όγκων, υπεδάφους και οικοσυστημάτων ως δημόσιων αγαθών. Καμιά ιδιωτική επιχείρηση, καμιά πολυεθνική εταιρεία, κανένα ξένο κράτος ή οργανισμός δεν μπορεί να ελέγχει τα δημόσια αυτά αγαθά. Ακόμη, η επαναδημοσιοποίηση όσων επιχειρήσεων, υπηρεσιών, λειτουργιών (ελεύθερων χώρων, ακίνητης περιουσίας κλπ.) έχουν ιδιωτικοποιηθεί είναι απαραίτητη σε πρώτη φάση. Στη συνέχεια πρέπει να αξιολογηθούν οι ανάγκες της κοινωνίας για να αποφασιστεί τι θα παραχθεί, με ποιες μεθόδους και με ποια οργάνωση της παραγωγής κάτω από εργατικό έλεγχο. Η αποκλειστικά δημόσια και δωρεάν υγεία και παιδεία θα χτιστεί πάνω στις υπάρχουσες παραγωγικές δομές με δημοσιοποίηση των πραγματικά χρήσιμων ιδιωτικών επιχειρήσεων των κλάδων αυτών. Όλα αυτά, χωρίς να μείνει κανείς άνεργος.
4. Κατοχύρωση εγγυημένων ικανοποιητικών τιμών των αγροτικών προϊόντων που να καλύπτουν το κόστος παραγωγής και το κόστος της ζωής. Να δοθούν κίνητρα για να αναπτυχθεί ο Παραγωγικός Συνεταιρισμός των εργαζομένων αγροτών για την πολύπλευρη ανάπτυξη του αγροτικού τομέα, με βασικό κριτήριο την εξασφάλιση της διατροφικής επάρκειας και ασφάλειας του συνόλου της κοινωνίας.
5. Μια κατ αρχήν γενναία, σε επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης αύξηση μισθών �ημερομισθίων. Παραπέρα, καθιέρωση αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής στην βάση εργατικού τιμαρίθμου. Να καταργηθούν όλες οι μορφές ευέλικτης, προσωρινής και μερικής απασχόλησης στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα και να διασφαλιστεί απόλυτα το 8ωρο με προοπτική να μειωθούν σταδιακά οι ώρες εργασίας.
6. Να καταργηθούν όλες οι διακρίσεων και οι αντιδημοκρατικοί – αντεργατικοί νόμοι. Να εξασφαλιστούν τα δημοκρατικά δικαιώματα όλων όσων κατοικούν στην Ελλάδα.
7. Να προωθηθεί ένα κλιμακούμενο πρόγραμμα ουσιαστικής δημοκρατικής αποκέντρωσης λαμβάνοντας υπ’ όψην της παραγωγικές δυνάμεις κάθε περιοχής.
8. Η δημοκρατική εξυγίανση των μέσων μαζικής ενημέρωσης πρέπει να συνδυαστεί με τον έλεγχο της πληροφόρησης από τους εργαζόμενους στα ΜΜΕ ώστε να πάψει το αντιδημοκρατικό και επικίνδυνο φαινόμενο να γίνονται τα ΜΜΕ απροκάλυπτα, φορείς προώθησης των συμφερόντων των ιδιοκτητών τους και πολιτικών σκοπιμοτήτων.
9. Η άμεση έξοδος από ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς όπως το ΝΑΤΟ να συνδυαστεί με τη δημοκρατική αναδιοργάνωση και τον επαναπροσδιορισμό του ρόλου των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας. Κριτήριο να είναι η προώθηση και διασφάλιση των δημοκρατικών διαδικασιών στο σύνολο της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής ζωής, η απρόσκοπτη συμμετοχή των εργαζόμενων τάξεων στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, η προστασία των εργατικών δικαιωμάτων, η διασφάλιση της λαϊκής κυριαρχίας. Οι ένοπλες δυνάμεις να χάσουν τον μισθοφορικό χαρακτήρα που έχουν αποκτήσει στα πλαίσια του ΝΑΤΟ.
10. Κατάργηση των ΜΑΤ ΜΕΑ, ΕΚΑΜ. Αφοπλισμό των σωμάτων ασφαλείας που επιτηρούν συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις, απαγόρευση χρήσης δακρυγόνων και χημικών, κατάργηση όλων των τρομονόμων. ‘Αμεση αποφυλάκιση των συλληφθέντων διαδηλωτών του Δεκέμβρη.
11. Καθιέρωση της απλής αναλογικής ως πάγιου εκλογικού συστήματος για τις πολιτικές και κοινωνικές διαδικασίες.
12. Την θεσμική διασφάλιση των παραπάνω μπορεί να δώσει μόνο ένα Λαϊκό Δημοκρατικό Σύνταγμα που θα προέλθει από μια Συντακτική Συνέλευση που θα εκλεγεί αποκλειστικά για αυτό το σκοπό. Ο βαθμός ωριμότητας της κοινωνίας θα καθορίσει και το ρυθμό προώθησης των συνταγματικών αλλαγών. Η Συνταγματική κατοχύρωση του εργατικού και κοινωνικού ελέγχου είναι σε κάθε περίπτωση απαραίτητη.